Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Το παιδικό παραμύθι
του Αργύρη Κωστάκη
''Το βότσαλο Πομ Κορ''

Ένα παραμύθι του Αργύρη Κωστάκη για μικρούς και μεγάλους.

Αφιερωμένο στο παιδί της θάλασσας και του ουρανού


Το βότσαλο Πομ Κορ 
σώζει την Ατλαντίδα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό όλα ήταν γαλήνια στην υποθαλάσσια πόλη της Ατλαντίδας κάπου στον Πορτοκαλί ωκεανό. Πολλοί εξερευνητές, θαλασσοπόροι, επιστήμονες, προσπάθησαν μάταια για αιώνες να την ανακαλύψουν.
Οι κάτοικοι της άγνωστης πόλης για τους ανθρώπους, ζούσαν γαλήνια γεμάτοι χαρά και αισιοδοξία. Τα ψάρια - μικρά και μεγάλα - δούλευαν. Στο χτίσιμο και τη συντήρηση των σπιτιών, των επιχειρήσεων, των σχολείων. Τα όστρακα - δάσκαλοι μάθαιναν στα μικρά πλάσματα τη γνώση του σύμπαντος. Όλοι, μα όλοι στην Ατλαντίδα ήταν απαραίτητοι, χρήσιμοι και δημιουργικοί. Τα βότσαλα, τα σουπιοκόκκαλα, τα φύκια, οι αχινοί, η σοφή άμμος. Κυρίως αυτή βοηθούσε τα κύματα να ελέγχουν τη δυναμή τους.
Ο βασιλιάς της πόλης, ο ξακουστός αστερίας Ούνγκας και η βασιλισσά του η πεντάμορφη αχιβάδα Ζαχίρ ήταν πολύ αγαπητοί. Διοικούσαν με δικαιοσύνη και καλοσύνη. Ποτέ η Ατλαντίδα για χιλιάδες χρόνια δεν κινδύνευσε. Δεν στερήθηκε αγαθά. Ζούσε με ειρήνη και σε πλήρη αρμονία με τη φύση.
Ώσπου εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό ήρθε στο κεντρικό τηλεγραφείο ένα μήνυμα. ''Προσοχή στοπ. Πληροφορία ότι άνθρωποι πλησιάζουν να εντοπίσουν την Ατλαντίδα στοπ. Ο χάρτης πρέπει να μείνει κρυφός για πάντα. Οργανώστε αποστολή στοπ''.
Αμέσως σήμανε συναγερμός στο παλάτι του βασιλιά Ούνγκας. Μαζεύτηκαν όλοι οι υπουργοί και οι αρχηγοί αστυνομίας και στρατού για να συσκεφθούν. Να αποφασίσουν πώς θα οργανώσουν την κρίσιμη αποστολή στη Γη.
Η τσιπούρα Μπέλα, φημισμένη για τη γρήγορη σκέψη της, πρότεινε να κατασκευάσουν ένα υπερσύγχρονο μικρό οκταθέσιο υποβρύχιο, στο οποίο θα επιβιβαστούν οι πιο κατάλληλοι για να φέρουν εις πέρας με επιτυχία την αποστολή.
Το καλαμάρι Τζούκα, η σουπιά Λουσίντα, ο καρχαρίας Αντέμ μέλη του συμβουλίου συμφώνησαν αμέσως. Και μόνο μία διαφωνία υπήρξε. Το άσπρο βότσαλο Πομ Κορ σηκώθηκε από τη θέση του και είπε "δεν πρέπει να πάμε πολλοί. Μόνο ένας. Κι αυτός θα είμαι εγώ!"
Τότε πετάχτηκε η φάλαινα Μόα και είπε "αν δεν φτιάξουμε υποβρύχιο θα σε πάω εγώ ως τη Γη". Αμέσως μετά τον λόγο πήρε ο αχινός Μάντο και πρότεινε μία μέση λύση. Η αποστολή να μην έχει οκτώ, αλλά ούτε έναν. Με τέσσερις εθελοντές και αρχηγό αυτόν.
Η αλήθεια είναι πως όλοι ήταν αναστατωμένοι, γιατί η κατάσταση ήταν πρωτόγνωρη. Ο βασιλιάς ζήτησε από τον γραμματέα του να καταγράψει αναλυτικά τις προτάσεις, ώστε να σκεφτεί και το επόμενο πρωί να ανακοινώσει την αποφασή του.
Έτσι κι έγινε. Ο βασιλιάς έμεινε ξάγρυπνος σχεδόν όλο το βράδυ. Υπέγραψε το διάταγμα. Έβαλε την ειδική σφραγίδα με το δαχτυλίδι του και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Αγκάλιασε τη βασίλισσα και αμέσως παραδόθηκε σε έναν γλυκό, βαθύ ύπνο.
Το πρωί ο ήλιος έλαμπε, όπως έδειχνε κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Οι κάτοικοι της Ατλαντίδας μαζεύτηκαν στο Πάρκο της πόλης. Ο Ούνγκας ντυμένος με τον κόκκινο μανδύα του ζήτησε να γίνει ησυχία. Όλοι είχαν περιέργεια αλλά και αγωνία, ποιά ήταν τελικά η αποφασή του.
''Λαέ μου με εμπιστεύεστε εδώ και χρόνια και ποτέ δεν σας απογοήτευσα. Το ίδιο ελπίζω να κάνω και τώρα. Μόνο που αυτή τη φορά η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή. Γι αυτό και πήρα την απόφασή μου, αφού πίστεψα τον πιο γενναία και δυνατό. Και αυτός είναι το βότσαλο Πομ Κορ, που με εντυπωσίασε με τη σιγουριά και το θάρρος του. ''Εσύ Πομ Κορ μαζί με τη φάλαινα Μόα θα πάτε στη Γη για να εντοπίσετε και να καταστρέψετε το σχέδιο αποκάλυψης της Ατλαντίδας'' είπε ο Ούνγκας και έδειξε το άσπρο βότσαλο που είχε σκύψει ταπεινά.
''Θα τα καταφέρω Μεγαλειότατε'' είπε το Πομ Κορ και όλοι χειροκρότησαν δυνατά, ενώ όσοι ήταν δίπλα του το αγκάλιασαν και το φιλούσαν.
Μέσα στο πλήθος οι δύο κολλητοί φίλοι του, ο Ιππόκαμπος Λαντ και το καβούρι Σέμι έτρεξαν προς το Πομ Κορ και το σήκωσαν στις πλάτες τους.
Ο βασιλιάς ενθουσιάστηκε από τη θετική ανταπόκριση του λαού στην αποφασή του και ανακοίνωσε πως το βράδυ θα γινόταν μια μεγάλη γιορτή όπου θα ήταν όλοι καλεσμένοι.
Έτσι κι έγινε. Γλέντησαν, έφαγαν, ήπιαν, χόρεψαν, τραγούδησαν. Από το επόμενο πρωί θα άρχιζαν οι προετοιμασίες για την αποστολή διάσωσης της Ατλαντίδας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Η φάλαινα Μόα γυάλιζε. Το στιλπνό της δέρμα φεγγοβολούσε στον ήλιο και ήταν έτοιμη να υποδεχτεί στο σημείο αναχώρησης το κάτασπρο βότσαλο Πομ Κορ, το οποίο είχε στην πλάτη του το σακίδιο εκστρατείας για την αποστολή στη Γη.
'Ολος ο λαός της Ατλαντίδας είχε μαζευτεί στο σημείο αναχώρησης. Πρώτα το βασιλικό ζεύγος φίλησε το Πομ Κορ, του ευχήθηκε καλή τύχη και μετά το πλήθος αποχαιρέτησε το γενναίο βότσαλο. Πάνω του κρεμόταν το μέλλον της πόλης.
Η Μόα ξεκίνησε και σε λίγο αναδύθηκε στην επιφάνεια, αφήνοντας το Πομ Κορ στο σημείο που έπρεπε να βγει στη στεριά. Ήταν μια παραλία που δεν είχε κολυμβητές. Κι έτσι δεν θα το έβλεπε κανείς. Είχε μαζί του ό,το χρειαζόταν από αντικείμενα, αλλά και το έγγραφο με τις οδηγίες και ον χάρτη που θα το οδηγούσαν στο κτίριο που στεγαζόταν η ομάδα των ανθρώπων, οι οποίοι ήθελαν να κυριεύσουν την Ατλαντίδα.
''Θα σε περιμένω όσο χρειαστεί'' του είπε η Μόα και κατέβηκε στο βυθό.
Το βότσαλο ήταν ολομόναχο σε αυτή την αποστολή. Όταν έφτασε κοντά στο γυάλινο κτίριο, πήρε μια βαθιά ανάσα. Φόρεσε τα ακουστικά επικοινωνίας με τον βασιλιά του που θα τον οδηγούσε και τότε το περίμενε μία έκπληξη. Ο Ούνγκας του είπε ότι σε πέντε μέτρα δεξιά θα τον περιμένει ένα άλλο βότσαλο.  Ήταν ο σύνδεσμος με την Ατλαντίδα. Ένα μαύρο βότσαλο με το κωδικό όνομα Ράτζι. Ο κατάσκοπος της Ατλαντίδας στη Γη.
Πράγματι. Μόλις συναντήθηκαν είπαν καλημέρα ψιθυριστά για να μην ακούσει ο φρουρός. ''Χρειάζεται πολύ προσοχή. Θα έχουμε μόνο μία ευκαιρία να πάρουμε τον χάρτη'' είπε ο Ράτζι και το Πομ Κορ τον καθησύχασε. ''Μη φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά''. Περπάτησαν αθόρυβα μέχρι το ασανσέρ που οδηγούσε στον εκατοστό όροφο του ουρανοξύστη. Ευτυχώς η πόρτα ήταν ανοικτή και κρυμμένοι πάνω στην τσάντα ενός καλού ανθρώπου που ζήτησαν τη βοηθειά του και δεν τους πρόδωσε (γιατί δεν είναι καλοί όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο) μπήκαν μέσα, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τις κάμερες ασφαλείας.
Όταν έφτασαν στον εκατοστό όροφο, το κατάλαβαν από το ''γκλιν'' που έκανε το ασανσέρ. Πήδηξαν από την τσάντα και κρύφτηκαν κάτω από ένα τραπέζι.
Το δύσκολο ήταν να μπούνε στο στρατηγείο. Όμως το σχέδιο λειτούργησε τέλεια. Δύο φορές την ημέρα, στις 12 το μεσημέρι και στις 12 τα μεσάνυχτα ένας φρουρός έμπαινε για έλεγχο με την ειδική ηλεκτρονική κάρτα στην αίθουσα που βρισκόταν ο χάρτης. Έπρεπε να περιμένουν 8 λεπτά μέχρι να πάει 12 το μεσημέρι. Αυτά τα 8 λεπτά τους φάνηκαν σαν 8 ώρες...
Ο φρουρός άνοιξε την πόρτα και για λίγα χιλιοστά πριν αυτή κλείσει με μία ακροβατική κίνηση  τα δύο βότσαλα τρύπωσαν στην αίθουσα. Περίμεναν να βγει ο υπάλληλος και αφού είχαν αντιγράψει τον κωδικό εισόδου με το ειδικό κομπιούτερ που είχε το Πομ Κορ ήταν ήσυχοι. Σε λίγο ο φρουρός βγήκε. Οι δύο σκαρφάλωσαν στη θήκη που ήταν ο χάρτης. ''Ευτυχώς είναι ελαφρύς'' είπε ο Ράτζι. Τον δίπλωσαν προσεκτικά, ενημέρωσαν τον βασιλιά πως τον είχαν στην κατοχή τους, ξεκλείδωσαν την πόρτα και πιάστηκαν από ένα μακρύ φύκι που έβγαλε το Πομ Κορ από το σακίδιο. Ήταν ένα μαγικό φύκι που μάκραινε όσο χρειαζόταν, ο Φοξόρ, που έβγαλε το Πομ Κορ από το σακίδιο και δεν ήξερε κανείς πως συμμετείχε στην αποστολή. 
Όταν τα βότσαλα πάτησαν στο έδαφος, χαιρετήθηκαν σαν δύο παλιοί φίλοι.
''Σε ευχαριστώ για τη βοήθεια'' είπε το Πομ Κορ. ''Ήταν τιμή μου που σε γνώρισα και σώσαμε την Ατλαντίδα'' απάντησε ο Ρέτζι κι έφυγε.
Το Πομ Κορ ξεκίνησε για την παραλία, αφού πρώτα σταμάτησε να πιει λίγο νερό κάτω από ένα δέντρο. Πετάχτηκε όταν άκουσε από ψηλά μια φωνή να λέει ''τα κατάφερες μπράβο''. Σήκωσε το βλέμμα του και είδε ότι μιλούσε το δέντρο! ''Μην απορείς. Δεν έχετε φωνή μόνο εσείς στην Ατλαντίδα. Κι εμείς εδώ στη Γη είμαστε κάποια στοιχεία της φύσης σαν εσάς. Μόνο που δεν είμαστε όλοι μαζί σε μια πόλη''. Το Πομ Κορ χαιρέτησε το δέντρο που μιλούσε και τρέχοντας γύρισε στην παραλία. Η φάλαινα Μόα ήταν εκεί, αφού είχε ήδη ενημερωθεί πως όλα πήγαν καλά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Το ρολόι στο δημαρχείο της Ατλαντίδας έδειχνε 4 παρά 10 το απόγευμα. Η επίσημη τελετή θα άρχιζε σε λίγο. Η επιτροπή παρασημοφόρησης του Πομ Κορ είχε φορέσει τα καλά της και ήταν έτοιμη. Τα ψάρια με τα καπέλα και τα άσπρα γάντια τους, κρατούσαν το βελούδινο μαξιλαράκι που πάνω του είχε καρφιτσωμένο το παράσημο ανδρείας. Η ορχήστρα με όλα τα όργανα έπαιξε τον ύμνο της πόλης και ο γραμματέας του βασιλιά ζήτησε να γίνει ησυχία.
Ο Ούνγκας πλησίασε στο μικρόφωνο και καθάρισε τη φωνή του βήχοντας ελαφρά. ''Σήμερα τιμούμε το ηρωικό βότσαλο Πομ Κορ που έσωσε την πόλη μας κρατώντας μυστική την τοποθεσία μας. Γι αυτή τη γενναία πράξη, του απονέμω το μετάλλιο ανδρείας. Μπράβο Πομ Κορ''!
Το άσπρο βότσαλο έσκυψε και ο βασιλιάς του πέρασε στο λαιμό το μετάλλιο. ''Ευχαριστώ Μεγαλειότατε, όμως το μετάλλιο αξίζει σε όλο τον λαό μας. Αυτό είναι το μήνυμα. Πρέπει να είμαστε πάντα ενωμένοι. Μια οικογένεια. Μιά ομάδα. Μόνο έτσι θα επιβιώσουμε''.
Από ψηλά, στον θόλο του ουρανού, ο Υπερκόσμιος Παντοκράτορας χαμογελούσε. Ήξερε πως πλάσματα σαν το Πομ Κορ με αυτή τη σκέψη, δεν θα έσωζαν μόνο την Ατλαντίδα, αλλά ολόκληρο τον πλανήτη!